Πέμπτη, 15 Απριλίου 2004

Μονόλογος διαυγής και μαύρος

Ειχαμε την αισθηση μιας πολυτελειας,που ενας θεος ξερει ποιος μας ειπε οτι θα ηταν μονιμη,την αισθηση οτι αυτη η υπεροχη ημερα,οπως και αλλες βεβαιως,δε θα τελειωναν ποτε,και μεις το μονο που ειχαμε να κανουμε ηταν απερισπαστοι να συνεχιζουμε να ασχολιομαστε με το μεγαλο
παθος μας.Το αγχος και την αγωνια,για τον επιουσιο,την πληρωση των πλαστικων παθων,την μαεστρια στη κατασκευη περιτεχνων ψεματων και δικαιολογημενων ενοχων.Και αυτο πραταμε ,και αφηναμε τις μερες να περνουν ,διαλεγοντας ετσι στα γρηγορα καποιες να σημειωσουμε ,και καποιες να διαγραψουμε απο τη μνημη μας σαν ανευ σημασιας ημερες.Η σημερινη ημερα ηταν αυτες που σημειωναμε,λογω της διαυγειας,της καθαροτητας,και του λαπρου ανεμου της που δροσιζε τη καρδια μας επιφανειακα,παντα επιφανειακα,τοσο ωστε να μη τη κρυωνει,γιατι - ξεχασα να πω-κρυωνε ευκολα η καρδια μας εκεινες τις μερες,κρυωνε παραταιρα,και πολλοι πεθαιναν και δε το παιρναν καν χαμπαρι ,οτι ζωντανοι ηταν δηλαδη, αλλα χωρις καρδια...

Τα δεντρα ,τα λιγα εκεινα καχεκτικα δεντρα χαιρετουσαν τους διαβατες με τα λιγνα κλαδια τους,και που και που,εβλεπε κανεις αναμεσα απο τις πλακες του πεζοδρομιου,πρασιναδες να φυτρωνουν,σημαδι κ αυτο της Ανοιξης,αν και κρυμμενο και τσιμενταρισμενο καλα,και με μερακι.Ενας
κοσμος ,λες φυλακισμενος κατω απο το τσιμεντο,αλλα ζωντανος ακομα,ζουσε και παραμονευε για μια σχισμαδα στο μπετον ,την ασφαλτο και τις πλακες ,να μπορεσει απο εκει να ξεφυτρωσει και να δηλωσει τη παρουσια του.Κ η ματια επεφτε πολλες φορες σε κεινα τα ταπεινα χορταρακια,και ξεχνιοταν και εμενε εκει για λιγη ωρα,με μια εκδηλη αμηχανια και μια συγκινηση σχεδον αδιανοητη και παρεξηγησιμη για την εποχη εκεινη...την εποχη της ταχυτητας της σκληραδας,και των
ζωντανων -νεκρων. 

Κ υστερα παλι ανεβαινε η ματια στον ουρανο,και επαιρνε ελπιδα.Ασχηματιστη σε λογια,και καθολου ετοιμη να επαναλαβει με λεξεις την αιτια υπαρξης της,και το λογο της παρουσιας της.Ολα εξηγουνταν εκεινη την εποχη,και οσο εξηγουνταν τοσο αλυτα εμεναν τα μυστηρια ,τοσο φτωχαινε η ψυχη,τοσο
και τα ματια της εψαχναν για ελπιδες... Να κατι -σκεφτομασταν-που μενει το ιδιο αιωνες τωρα,και δεν αλλαζει οπως η γη,να κατι που δε φτανουμε και δε μπορουμε να τ αλλαξουμε.Και οχι μονο
αυτο.Εξαρτιομαστε κ ολας απ αυτο.Και το παραδεχομασταν επισημα παντα κουμπωμενοι,και αστραφτεροι στα καινουργια μας ρουχα,και κορδωμενοι σαν να χαμε καταπιει ισα με 2 κεραυνους ο καθενας,με τα μαλλια ορθια σαν χτυπημενα απο τον ηλεκτρισμο του τζελ.Και εμενε ο ουρανος ο
ιδιος,αλαλζοντας,μορφες προσκαιρες,και καταλαβαιναμε πατα τ αυτοτονοητα,και τ αυτονοητα ηταν παντα και τα πιο σιγουρα.Βρεχει η δε βρεχει,χιονιζει η εχει λιακαδα.Οπως και σημερα.Που σημειωσαμε κεινη τη μερα.Μια μερα με απολυτη διαυγεια,λαμπρους ανεμους,και δροσια που δροσιζε τη καρδια μας,επιφανειακα,παντα επιφανειακα....
*nNoe*

Δεν υπάρχουν σχόλια: