Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

"Δυο γλαροι μ ανοιγμένα φτερά"


Όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε  έναν ουρανό θολό απ τη ζέστη, ένοιωσε τον καυτό  άνεμο να τη   χαιδεύει .Έκανε να σηκωθεί μα ζαλίστηκε δυνατά. Έγειρε το κεφάλι της στο χώμα κ΄ έκλεισε ξανά τα μάτια .Οι ήχοι    που φτάνανε στ΄ αυτιά της  ήταν μπερδεμένοι, ακαθόριστοι, θόρυβοι   παραλίας με κόσμο…


Βυθίστηκε ξανά σ έναν άρρωστο ύπνο .Δυο γλάροι πετούσαν στ’  όνειρο της ,δυο λευκοί γλάροι  πετούσαν από πάνω της ,μέχρι  που στάθηκαν στην πλάτη της ξαπλωμένη μπρούμυτα  καθώς ήταν. Ένοιωθε  τα βήματα τους πάνω της  ,άκουγε  την μάχη από τα ράμφη τους ,τα επιτόπια φτερουγίσματα τους ,τους ήχους από το ζευγάρωμα τους, τα  κρωξίματα τους .Ήταν αστείο  .Την γαργαλούσαν .Ήταν παράδοξο μα της άρεσε βαθιά μέσα της  για λόγους που δε σκεφτόταν. Τα  ένοιωσε που  κάθισαν  στη πλάτη της ,ένοιωθε την ζέστα από τα φτερά τους ,τις μικρές τους κινήσεις ,τα γλυκά τους ραμφίσματα που ολοένα και γινόντουσαν πιο απαλά  και σε αραιότερα διαστήματα. Κοιμήθηκε μέσα στον ύπνο της κ όταν ξύπνησε ένοιωσε κάτι υγρό να κυλάει στην πλάτη της ,να κατεβαίνει σαν ρυάκι ανάμεσα στα πόδια της .Έβαλε το χέρι της και χάιδεψε το υγρό. Ήταν αίμα. Τα  πουλιά δεν υπήρχαν πουθενά. Ανησύχησε. Γύρισε ανάσκελα και ανασηκώθηκε. Η πλάτη της  την έτσουζε ,μια φαγούρα σ όλο το μήκος της σπονδυλικής της στήλης την έσπρωξε να σηκωθεί και να τρέξει προς την θάλασσα. Βούτηξε σ ένα μακροβούτι όσο άντεχε η αναπνοή της.   Η φαγούρα ,είχε χαθεί , το ίδιο και το αίμα….. Ανάσανε μ ανακούφιση.

Οι ήχοι απ την μακρινή παραλία έγιναν πιο ευκρινείς. Μπορούσε ν ακούσει διαλόγους, μουσική, μπορούσε να μυρίσει  φύκια και ιώδιο μ έναν τρόπο που δε ξαναθυμόταν. Αυτή τη φορά ανασηκώθηκε χωρίς να ζαλιστεί. Το  δέρμα της είχε ανατριχιάσει και ένοιωσε τις ρόγες απ το στήθος της να σκληραίνουν. Πεινούσε. Ούτε και κατάλαβε πως βρέθηκε κάτω απ το νερό. Έβλεπε  καθαρά στο βυθό σα να ήταν στο δωμάτιο της. Οικεία όλα. Το ψάρι σπαρταρούσε στα δόντια της με δύναμη. Την τρέλαινε η φρεσκάδα του ,η μυρουδιά του, το σφρίγος του ,η αγωνία του να ξεφύγει απ τα δόντια της. Το κύμα ξέπλυνε τις στάλες απ το αίμα στα χείλη της..  Ο ήλιος έγερνε πίσω από μια βάρκα ξύλινη που χρόνια έμενε παρατημένη σε κείνη την παραλία.  Κοιτούσε την δύση μαγεμένη .Ποτέ άλλοτε δεν είχε δεί τόσο κόκκινο  μέσα στον ήλιο, μια τρελή ιδέα της πέρασε απ το μυαλό, ο ήλιος ένα σφουγγάρι που μάζευε κάθε μέρα το αίμα που χυνόταν στον κόσμο, παράτησε γρήγορα αυτήν την ιδέα ,ένοιωσε να κρυώνει και να ναι μόνη .Πιο μόνη από ποτέ…..

Γύρεψε το λευκό της φόρεμα στην άμμο. Το βρήκε κ το φόρεσε αργά αδιαφορώντας για την μέχρι τώρα γύμνια της. Από μακριά άκουσε τα λόγια μιας παρέας που έπαιρνε κ αυτή τον δρόμο του γυρισμού. Είδατε την πλάτη της? Το πιο απίστευτο τατουάζ που εχω δει ποτε…..

Δυο γλάροι μ ανοιγμένα φτερά…….  




*nNoe*

Δεν υπάρχουν σχόλια: