Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

O σκυλος



Ti ηθελε.Να σταλαξει λιγακι μεσα του ,ενα δραμι εστω,απ την ατμοσφαιρα μιας γιορτης,ενα εστω ολιγολεπτο διαλλειμα ,απο το βασανιστηριο του.Να ξεχαστει ,να χαλαρωσει λιγακι,να νιωσει συνδεδεμενος με κατι,με καποιον,οπουδηποτε,
οτιδηποτε.Δε θα φορτωνοτανε σε κανεναν ομως.Δε θα παρακαλουσε,θα εμενε εκει ,ακεραιος,ορθιος,με καμια προσπαθεια να κρυψει τη γυμνια του.

Τιποτα ομως.Οι μερες κυλησαν πικρες ,γεματες συννεφα φερμενα απο μακρινους ωκεανους ,ανεμους που τον περναγαν απο μεσα του,βροχες εχθρικες.Εκατσε στον ηλιο
της πρωτης μερας του χρονου,και εμπηγε ενα αγκαθι απο λεμονιά σε καθε δαχτυλο του.Πιπιλιζε το αιμα του,χαιδευε με τη γλωσσα του τη κοκκινη τρέλλα του.

Μια συμπαθεια τον τυλιγε σιγα σιγα για τα αδεσποτα σκυλια .Δεν εχουν γιορτες,δεν εχουν σπιτι,δεν εχουν πατριδα,πεινανε και θα δινανε κ τη ζωη τους για ενα μονο χαδι.Θα τη δινανε,θα τη χαριζανε .Και δε θα σκεφτοταν ποτε το αυριο.

Μαγειρεψε κρεας.Το εκανε οπως θα το κανε αν ειχε καλεσμενους.Βγηκε εξω και τα εψαξε .Ενας ασπρος με μαυρες κηλιδες ,κοκκινο στο ασπραδι των μεγαλων θλιμμενων ματιων του λιαζοταν στον ηλιο της πλατειας.Εκατσε σταυροποδι διπλα του.Γυρω περνουσε κοσμος,ντυμενοι καλα οι πιο πολλοι πηγαινοντας σε καποια γιορτη,αλλα και μαυροι,μεταναστες,με τα ιδια τριμενα ρουχα τους και το αγελαστο προσωπο τους.
Καποιοι τον κοιταζαν ετσι που καθοταν σταυροποδι χαμω διπλα στον σκυλο που δεν εδινε δεκαρα για τη παρουσια του,αλλα ουτε και που τρομαζε.

Του χαιδεψε το κεφαλι,ο σκυλος νωχελικα κουνησε την ουρα του και ανασηκωσε τη μουσουδα του λιγα εκατοστα μυριζοντας τον αερα.Ειχε οσφριστει το κρεας στη τσεπη του.
Ανοιξε το χρυσοχαρτο,και του το δωσε.Ο σκυλος ζωντανεψε,σηκωθηκε ολορθος και το κανε το κανε δυο μπουκιες.Ενας μαυρος τον κοιταξε.Ενιωσε ντροπη.Ο μαυρος
εσκυψε και χαιδεψε τον σκυλο.Η ντροπη του μεγαλωσε.Ο μαυρος εκατσε κ αυτος διπλα στο σκυλο.

Μια παρεα ,μια αλλοκοτη παρεα στη πλατεια ,αυτος ,ενας μαυρος κ ενας λευκος σκυλος με μαυρες κηλιδες
λιαζονταν στη μεση της πλατειας.Τσιγαρα κεραστηκαν και επαιξε ενα μπουκαλι μπυρας.Η ωρα περασε με το σκυλο να κλεινει τα ματια του στα γονατα του.Ηθελε να φυγει.
Οτι εγινε ,τον χαλασε πιο πολυ απο πριν.Κοιταξε τα μπαλκονια των πολυκατοικιων.Ποιος ξερει τι ιστοριες μεσα στο καθενα.Σιωπηλες,μοναχικες,πικρες.Σκορπισε τη λυπη του
σε ψιχουλα για τα περιστερια και εφυγε χαιρετωντας μ ενα νευμα τον μαυρο και χαιδευοντας το κεφαλι του σκυλου.

Πηγε προς το σπιτι αλλα δε πηγε σπιτι.Κατεβηκε στη λεωφορο και βαδισε πολυ ωρα παρα οτι ειχε αρχισει να κρυωνει.Το απογευματινο κρυο τον βρηκε αδυναμο και ιδρωμενο.Οταν γυρισε σπιτι ειχε πυρετο.Κοιταξε τα μυνηματα του,τα Mails Του.
Κανεις ,και τιποτα.Αναψε ενα ακομα τσιγαρο.Ο καπνος ειχε μουδιασει τη γλωσσα του και ο βηχας του ζωντανεψε.Εβαλε να πιει.Χιροτερεψε.Σα το θηριο στο κλουβι ενοιωθε,μ ολες τις σκεψεις του για καθε θεμα ,μα για καθε θεμα.να του κανουν επιθεση σα σμηνος απο ακριδες.Τις αφησε να τον λεηλατησουν.Οι ακριδες δε πηραν τον πυρετο μονο,
ολα τ αλλα τα εφαγαν.Γιατι εφυγε απο το σκυλο κ τη παρεα του μεσημεριου?

Ειχε νυχτωσει οταν ξαναπηγε στη πλατεια.Δακρυζε απο πεισμα,θυμο και λυπη.Ηταν κοσμος μαζεμενος στο δρομο.Ενα χτυπημενο απο αμαξι σκυλι ψυχοραγουσε.Ηταν ο μεσημεριανος σκυλος.Ο ασπρος με τις μαυρες κηλιδες.Του χαιδεψε το κεφαλι,
ο σκυλος τον κοιταξε με ματια ολο τρομο κ αγωνια και πεθανε.

Η μερα ειχε τελειωσει.Η πρωτη μερα του χρονου.Στο face διαβασε τα ποστ με τις ευχες.Τα αρθρα τα βαθυστοχαστα για το νοημα των ημερων αναφορικα με τη κριση,την ανθρωπια
την αλληλεγγυη,διαβασε ιδεες κ εξυπνες ατακες για να κανει τον ευατο του καλυετρο,πιο εξυπνο,πιο σοφο,πιο δυνατο.Να μην μενει λεει στη εντυπωση οτι ειναι καλα να ειναι αυτος που ειναι γιατι μπορει και καλυτερα.

Τα κλεισε ολα,κομπιουτερ,φωτα παραθυρα,πορτες.Πηρε μια κουβερτα και τυλιχτηκε.Στον υπνο του ειδε οτι μιλαγε με τον σκυλο.

θα με παρεις σπιτι σου τον ρωτησε?
Αλλα θα μ αφηνεις να γυρναω κ εξω.Δε το αντεχω το μεσα.
Πεθανες του απαντησε.
Πεθανα ναι.Εσυ?


*nNoe*

Δεν υπάρχουν σχόλια: