Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

¨Χαρούμενος τωρα?"



Κάθε μέρα,όταν επέστρεφε σπίτι,έπρεπε να τους πει ,μια ιστορία απ τον έξω κόσμο.Ενιωθε πως ετσι δεν εφευγαν και επίσης υπηρχε κάποιος να τον περιμένει στην επιστροφή του.Η πόλη είχε απο καιρό αδειάσει.Τα κτίρια ,αδεια απο ενοίκους,τα μαγαζιά έρημα τα περισσότερα λεηλατημένα με σπασμένες τις τζαμαρίες,τράπεζες κάπνιζαν επι μέρες ,το ίδιο τα βενζινάδικα ,και τα μεγάλα πλοία στο λιμάνι.

Χτες είχε δεί ένα ψηλό άντρα ,στη συμβολή δυο λεωφόρων,να τεντώνει τα χέρια του και να κοβει τις φλέβες του ,κατά μήκος.Η όψη του μαύρη,το αίμα του πίδακες σκουρόχρωμου υγρού.Ο ήλιος πίσω του τον φωτιζε σαν σύμβολο ονειρικό.Κρύφτηκε σ ενα υπόγειο.Σε μια γωνιά ,ανθρωπινες φιγούρες απο άλλον αιώνα,φορωντας κουρέλια και ζέχνοντας δυσωδία,έτρωγαν με τα χέρια ενα λιπόσαρκο αρνί.Αίσθηση αναγούλας τον κυρίευσε.Ετρεξε.Βρέθηκε αγνωστο πως ,δεμένος σε μια κουνιστή καρέκλα.Μια γριά σαν πεθαμένη ,ωχρή, με ζάρες στο πρόσωπο,χωρις δόντια ,γεμάτη σάλια και υγρα που τρέχανε απο σπυριά που ηταν γεμάτη,του έχωνε στο στομα ενα σάπιο ροδάκινο,απο μια λαική που μόλις είχε τελειώσει.

-Σου δίνω τα παντα ,του ελεγε,και συ....?Εσυ μ αποστρέφεσαι...Φατο! Φάτο!! Eισαι τοσο τυχερός και τοσο ακατάδεκτος μαζί.

Οτι και να έλεγε ,δεν ειχε σημασία.Οτι και να ζουσε δεν ειχε σημασία.Αν κάτι φαινόταν να χει σημασία,ήταν πως μια ιστορία ,τους έκανε να μη φευγουν κ ετσι ειχε κ αυτός μια παρέα να τον περιμένει.

Μια μέρα,δε είχε τίποτα να πεί.Στο στόμα του είχε σύρματα .Του τα χαν χωσει εκει,σκιζοντας του το σαγόνι και ολη τη γνάθο ,μια συμμορία απο μαύρους και πολωνούς μ ένα τομάρι Ελληνα για αρχηγό.Ηταν η συμμορία της Ερλίκης.Ανάθεμα και αν ήξερε τι σήμαινε.Ειχε ακουσει πολλες ιστορίες για αυτούς ,ποτέ δε ένιωσε οτι τον αφορούσαν.Οταν γύρισε σπίτι μες στα αίματα ,λιποθύμησε.

Οταν συνήρθε δεν υπήρχε κανείς.Εφυγαν .Μια μερα δε μπορεσε να μιλήσει κ εφυγαν.Επρεπε να ζήσει με το χειρότερο φόβο του.Διαλυμμένος απ τον πόνο και την φρίκη,τραβούσε για τη δουλειά του.Την επόμενη,η πορτα στη δουλειά του δεν άνοιγε.Ενας στρατός απο τρωκτικά ειχε καταλάβει τα πάντα .Του πεταξανε την απολυσή του κατω απο τη πόρτα .

Τράβηξε κατα τη θάλασσα.Μαζί του εκατμμύρια καρδιές βγαλμένες απο άγνωστα του σώματα ,πάλλονταν και σπαρτάριζαν μεσα στα αίματα .Ολόκληρη η λεωφόρος της πόλης που οδηγούσε στη θάλασσα ,ειχε γεμίσει ματωμένες καρδιές που προχωρούσαν και σπαρτάριζαν.Αναμεσα τους κ αυτός.Ο ηλιος τις στέγνωνε απο τα αίματα τους και μια μια ,πέθαινε αφυδατωμένη.Μολις πεθαινε,αλάφρωνε τόσο που ο σιγανός άνεμος τις μετεφερε ψηλά.Σε λίγο σμήνη απο νεκρές καρδιές ,έμοιαζαν με μαυρα φύλα στο φως του ήλιου παρασυρμένα απο τον καλοκαιρινό άνεμο.

Εφτασε στη θάλασσα ,μονος του.Καμια καρδιά δεν τα χε καταφέρει να φτάσει μεχρι εκει.Το νερό στραφτάλιζε γαλάζιο.Εβγαλε την καρδιά του και την πέταξε στο νερό.Πρόλαβε να ψιθυρίσει προς τον ουρανο.....

-"χαρούμενος τωρα?"




 Δύση .    20:17


                                                 *nNoe*

Δεν υπάρχουν σχόλια: