Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Απόσπασμα απο σημειώσεις του πατέρα για την 28η Οκτωβρη , την Ιταλογερμανική κατοχή και τον πόλεμο, στη Λυσιμαχεια

Απόσπασμα απο σημειωσεις του πατερα μου απο τις μνημες του σα παιδι ,κατα τη περιοδο της κατοχης....


Γεννηθηκα στις 28 Οκτωβριου 1934......Δηλαδή,το '40 εγω ήμουν έξι χρονώ και θυμάμαι κάπως τα πράγματα.
Θυμάμαι την κύρηξη του πολέμου το ΄40.
Συγκεκριμένα,ήταν Δευτέρα,οι γονείς μου,μάτσαζαν καπνό και είχαν και τους Μπλικαίους εργάτες και κατά τις δέκα το πρωί,άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες .Φεύγω με τον Αντώνη τον Μπλίκα,που είμασταν συνομήλικοι και πήγαμε στο σχολείο να μάθουμε  τι γίνεται .Ο δάσκαλος σχόλασε τα παιδιά και μας βρήκαν οι Θόδωρος ο Μπλίκας με τον αδερφό μου τον Βασίλη και μάς έφεραν σπίτι.
Θυμάμαι πολύ καλά την επιστράτευση,τα κλάμματα που κάνανε οι μανάδες για τα παιδιά που φεύγανε για το μέτωπο.
Θυμάμαι πολύ καλά,πως οι χωριανοί περίμεναν τον ταχυδρόμο και όταν έρχοταν ,ανέβαινε κάπου ψηλά για να φωνάζει τα ονόματα των γραμμάτων.
Οι καμπάνες κάθε δυο μέρες ,κάθε τρείς,χτύπαγαν έτσι οπως την πρώτη φορά.Την μια πήραμε το Τεπελένι,την δεύτερη το Αργυρόκαστρο,την τρίτη επήραμε την Κορυτσά.

Πέρασε ο καιρός μπήκε το ΄41 και άρχισαν να σώνονται τα τρόφιμα.

Ο δικτάκτορας Μεταξάς στο διάγγελμα που είχε κάνει στον Ελληνικό λαό ,είχε πει και τούτο "να σπείρετε σιτάρι ,ακόμα και μέσα στις γλάστρες".Το ΄41 έγινε αποκλεισμός και δεν άφηναν να μπουν τρόφιμα στην Ελλάδα.Ετσι άρχισε η πείνα.Εμείς στο χωριό αρχίσαμε να το καταλαβαίνουμε τον Χειμωνα αυτό.Η μάνα μου ,έφτιαχνε κάθε μέρα μια κουλούρα χαμοκούκι,το λέγανε 'μπομπότα".Το μοιράζαμε σε εφτά κομμάτια και παίρναμε ο καθένας από ένα.Ο αδερφός μου ο Βασίλης με την αδερφή μου την Χριστίνα ,που ήταν μεγαλύτεροι πήγαιναν και μάζευαν κάθε μέρα χόρτα,τα βράζαμε και τα τρώγαμε με το κομμάτι της μπομπότας και αυτό ήταν το φαί μας.Ο πατέρας μας είχε πουλήσει σαράντα οκάδες κρασί,και αγόρασε σαράντα οκάδες ελιές.Τις αλατίσαμε και τις τρώγαμε και πιναμε
και απο λίγο κρασάκι.Στο χωριό δυο η τρεις οικογένειες είχανε ελιές φυτεμένες ,δλδ τις βρήκανε απο τους γονείς τους.

Ο πατέρας μου,ουτε είχε στο μυαλό του για να φυτέψει ελιές.Ο Ιταλικός στρατός απαγόρευε το κυνήγι και τη κατοχη όπλων.Ομως ο πατέρας μου είχε ένα οπλο κρυμένο μέσα στις κουφάλες των δέντρων για να μη το φέρνει στο χωριό,και πήγαινε για κυνήγι στην λίμνη,κυνηγουσε
παπιά και φαλαρίδες.Εκείνα τα χρόνια ερχόταν πάρα πολλά πουλιά στην λίμνη.Καθώς παρακολουθούσε κάτι παπιά,δεν είδε τους Ιταλους που πέσανε επάνω του.Μόλις τους είδε,το βάνει στα πόδια και οι Ιταλοί απο κοντά για να τον πιάσουν και να του πάρουν το όπλο.
Τρέχει πάρα πολυ,κρύβεται σε κάτι θάμνους,τον ΄χασανε οι Ιταλοι ,αλλά αυτός που να σταματήσει το τρέξιμο.Πηγε πολύ μακριά ,έφτασε στα σύνορα μεταξύ Αγγελοκάστρου και Σταμνάς.Κρύβει γρηγορα το τουφέκι   κ αρχίζει να βγάζει αγριλιές με τα χέρια του.Αφού κουράστηκε και κατάλαβε πως δεν τον κυνηγούσαν κ άρχισε να νυχτώνει κοιτάει και είδε ότι είχε βγάλει αρκετές.Την αλλη
μέρα ξαναπήγε με τον αδερφό μου τον Βασίλη ,εκανε λάκους ,τις φύτεψε  κ την αλλη χρονιά τις κέντρωσε.Μετα απο 3 -4 χρόνια καρπίσανε και τον τέταρτο χρόνο ,μάσαμε μετρημενες ,21 ελιές.

Οι Ιταλοι μενανε στο χωριό ,ενα τάγμα περίπου,δυο με τρία χρόνια.Κάνανε επιτάξεις και στο χωριό και σε διπλανά χωριά,'οσους δε είχαν άλογα τους βαζανε να κόβουν ξύλα δεκα κυβικά,κ οσους είχαν αλογα να κουβαλάνε αυτά τα ξύλα.Τα συγκέντρωναν στην αυλή του σχολείου και μετα τα φορτώναν σε φορτηγά αυτοκίνητα και τα πήγαιναν στη μεραρχία ,που είχε έδρα στο Αγρίνιο.Μας
δίνανε απο μια μπανιότα ψωμι,δλδ μια κουραμάνα,όσες μέρες κόβαμε και κουβαλάγαμε τα ξύλα.

Το ΄41 ήμουν επτά χρονών και ξεκίνησα να πηγαίνω σχολείο.Το κανονικό σχολείο του χωριού το είχαν πάρει οι Ιταλοί και καθόταν μεσα.Εκει που ειναι τωρα η πλατεία του χωριο που ηταν ενα πολύ παλιό διόροφο σπίτι ,το παλιό σχολείο,και εκέι πηγαίναμε τα πρώτα χρόνια.
Είχαμε ενα αναγνωστικό και μια πλάκα,η οποία είχε σανιδάκι γύρω γύρω για να μη σπάει και ενα κοντύλι δεμένο να μη το χάνουμε,αλλά οταν σου ΄πεφτε απο τα χέρια ,έσπαγε. Εγω θυμάμαι έσπασα το δικό μου πολύ γρήγορα,μετα έσπασα και της αδερφής μου της Χριστίνας και μετά και του αδερφού μου του Βασίλη.

Μετά απο ένα χρόνο ,εφυγαν οι Ιταλοι απο το σχολείο και πήγαμε εμείς.Κ εκείνο πάντως ηταν ένα ερείπιο,τα παράθυρα δεν είχαν τζάμια και ο δάσκαλος εβαζε ένα πισσόχαρτο που ήταν μαύρο και το χειμώνα που τα κλείναμε ,γινόταν σκοτάδι.Που να δεις για να διαβάσεις .
Αλλα και τι να διαβασεις ? Ουτε αναγνωστικά υπήρχαν μετά απο ένα χρόνο ουτε πλάκα για να γράψουμε,ουτε τετράδιο.Για να κάτσουμε παίρναμε μια καρέκλα απο το σπίτι και όταν σχολούσαμε τη ξαναπαίρναμε σπίτι,διότι το βραδυ γινόντουσαν κάτι συγκεντρώσεις  και μας τις σπάζανε ή τις κλέβανε. Το πρωι ,χτυπούσε η καμπάνα για να πάμε στο σχολείο,μαζευόμασταν,κάναμε προσευχή κ ο δάσκαλος,έβρισκε κάτι παλιά χαρτιά απο βιβλία η τετράδια,και μας μοίραζε απο ένα φύλο ,είχαμε κ ενα πολύ μικρό μολυβάκι μαζί μας.

Ο δάσκαλος στον πίνακα έγραφε διάφορα αντάρτικα ποιήματα η τραγούδια ,εμείς κοιτούσαμε και τα γράφαμε στο χαρτί.Θυμάμαι ενα στίχο ,που έλεγε:

" Η λάβα φουσκώνει, απλώνει, θεριεύει,
γκρεμίζει συθέμελα θρόνους και χλεύη,
σκληρά χτυπημένοι οι μαύροι εχθροί
λυγίζουν και πέφτουν συντρίμμια στη γη."

Και το άλλο:

"Εμπρός αδέλφια στον αγώνα για την πλέρια λευτεριά
ριχτείτε ενάντια στους φασίστες μυψωμένη τη γροθιά
το αίμα του λαού τους έπνιξε παντού
ατσάλινη στρατιά της ζωής όλοι εμείς
για δίκια λευτεριά πέφτουμε στη φωτιά
Νέοι στην ΕΠΟΝ στην ΕΠΟΝ για τη Λαϊκή Δημοκρατία"...

Με όλο τέτοια πέρασε η χρονιά...

Το΄42 ,43 τέλος Ιουνίου ,αρχές Ιουλίου ένα βράδυ ,είδαμε στο χωριό,πολλούς ξένους ανθρώπους.
Εμείς είμασταν μικροί, δε δωσαμε και σημασία.Οι Ιταλοι ηταν στο χωριό,και κατα τις δυο με τρείς τη νύχτα ,αρχισαν τα πολυβόλα και τα τουφέκια,οι χειροβομβίδες.Kανονική μάχη ως το πρωι.Τα χαράματα μας παίρνει ο πατέρας μου  με τη μάνα μου και μας πήγε επάνω  σ ενα λαγκάδι κ αυτός πήγε σ ενα καραούλι,και κοιτούσε να δει τι θα γίνει,αν θα βάλουν φωτια στο χωριό οι Ιταλοί.Κατα τις δέκα το πρωι,ήρθαν απ το Αγρίνιο δυο με τρια φορτηγά αυτοκίνητα με πετρέλαιο για να βάλουν φωτιά στα σπίτια.Εκείνο τον καιρό ,ήταν καλοκαίρι κ έμενε στο χωριό,ο τσιφλικάς ο Λουκιανός Βαρνάτσας.Αυτός ήταν Ιταλός και διανοούμενος.Οταν ηρθαν οι Ιταλοι απο το Αγρίνιο
βγήκαν και οι Ιταλοι μέσα απο το σχολείο που ειχαν ταμπουρωθεί και πολεμούσαν τους αντάρτες και ο Λουκαινός πήγε και τους βρήκε όλους.Τους εξήγησε οτι το χωριό δε φταίει τίποτα,οτι οι ανταρτες ήταν απ αλλού,και σαν τους έπεισε γλύτωσε το χωριό απο τη φωτιά.Εκείνο το βράδυ σκοτώθηκαν 3-4 στο χωριό.

Ενας ράφτης στο επάγγελμα,ηταν πολύ φίλος με τους Ιταλούς αλλά μόλις το πρωι οι Ιταλοι βγήαν εξω απο το σχολείο,αυτος τους αστείεψε και τους είπε..."παούρα..παουρα"....δλδ.."φοβηθηκατε ...
και γύρισε ενας Ιταλός το όπλο και τον σκότωσε.Σκοτώθηκε και ο Λαμπράκης ο Ζωγόπουλος ,ο πατέρας του Βασίλη. Ο γερο Τραχίλης ο πατέρας του Μητρου ο "Κατσαβός" και καποιος Παπαντώνης.Ο φοβος του χωριού για να γυρίσουν ξανα στα σπίτια τους κρατησε ολο το καλοκαιρι.

Τα παιδιά ,επρεπε να βρουν κάτι να παίζουν και παίζανε τον "πόλεμο".
Γινόταν δυο ομάδες ,οι Εαμιτες με τους Ζερβικούς .Μαζεύανε κουτάκια απο γάλα που πέταγαν οι στρατιώτες ,τα γέμιζαν με στάχτη και τα πέταγαν η μια ομάδα στην άλλη.Λιγο σργότερα ηρθαν οι Γερμανοι στο χωριό......"

Οι Γερμανοί,ήταν πολύ διαφορετικοί απο τους Ιταλους.Αυτοι διάλεξαν τα ψηλά σπίτια για να μείνουν,όχι σαν τους Ιταλούς που πήγαν όλοι μαζι στο σχολείο και φράχτηκαν με σύρματα .Αυτο που θυμάμαι με τους Γερμανούς ηταν οτι έκαναν καθημερινά γυμνάσια .
Μπαίναν απ τη μια μεριά του κάμπου και βγαίνανε απο την άλλη με τα πολυβόλα και τα όπλα.Πολλες φορες όταν κάναμε χωράφι με τα αλογα,σταματούσαμε για να περάσουνε οι Γερμανοί.

Τον Αυγουστο του 43 νομίζω,το απόγευμα φτάνει στο χωριό μια τεθωρακισμένη φάλαγγα .
Γεμισε το χωριό.Την άλλη μέρα ξεκίνησαν να φύγουν παίρνοντας απο το χωριό καμμιά δεκαριά άτομα αγγαρεία με τα ζώα τους.Πηραν και τον πατέρα μου με μια γαιδάρα που είχαμε και έμεινε μαζί τους καμμιά εικοσαριά μέρες.Τους πήγαν ως τον Πλατο του Κραβαρ( σημ.δικια μου,εννοει μάλλον το χωριο Πλάτανο στα Κράβαρα Ναυπακτίας. ) Εκει μια μέρα τους είπαν να γυρίσουν πίσω μόνοι τους.Ενας Γερμανός  είπε του πατέρα μου, : "τώρα Γερμάνια καπουτ".

Αφού τελειώσανε οι Γερμανοί ,ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει τον ευατό του.Τότε όμως άρχισε η πιο μεγάλη αιματοχυσία.Να βλέπεις και ν ακούς τη νυχτα στα διάφορα σπίτια να πηγαίνουν ομάδες και να κακοποιούν τις οικογένειες των χωριανών και να μη μπορέι κανείς να διαμαρτυρηθεί πουθενά.Αδερφια σκοτώνανε αδέρφια.Αυτο κράτησε αρκετά χρόνια περίπου μέχρι το ,49-50.

Το 1945 ηρθε η ΟΥΝΔΡΑ.( σημ.δικια μου,αναφέρεται στην ΟΥΝΡΑ Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών)
θυμάμαι ήρθαν φορτηγά αυτοκίνητα με αλευρι,ζάχαρη,και μετα κατι παλια ρουχα και παπαπούσια.Μας δίνανε ποτε 3 πότε 4 πότε 5 οκάδες αλεύρι το ατομο και μισή οκά ζάχαρη.Τότε πήρε ο κοσμος μια κάποια ανάσα.Αλλα το αλληλοβάρεμα και ο σκοτωμός συνεχιζοτανε.
Εγω πήγαινα σχολείο  κανονικά και χρόνο με το χρόνο μετα το 45 ,αρχισε το σχολείο να λειτουργει καλύτερα.Είμασταν θυμάμαι ,120 παιδια μ έναν δάσκαλο! .Για να μπορέσει ο δάσκαλος να τα βγάλει πέρα ,έκανε τις έξι τάξεις,τρεις.( πρωτη και δευτερα μαζι,τριτη τεταρτη μαζι,πεμπτη εκτη μαζι).
Φερανε λίγα βιβλια,βάλανε και τζάμια στα παράθυρα.Λιγο αργοτερα μας δίνανε και γάλα ,μια σκόνη και ζάχαρη.Ο δάσκαλος οριζε 4-5 παιδιά,να πηγαινουνε μια ωρα πριν στο σχολειο ,να ανάβουνε φωτιά να βαζουνε το καζάνι με νερό να ζεσταθεί.Οταν χτυπούσε η καμπάνα ,και ερχοταν τα παιδιά,το καθένα με μια κανάτα μαζι του,ριχνανε τη σκονη μεσα στο ζεστο νερο και τη ζαχαρη και το ανακατευανε κ αυτο ηταν ηταν το γαλα.Αργοτερα μας φέρανε και φασόλια και τρωγαμε και το μεσημέρι στο σχολειο και πηγαίναμε αργα το βραδάκι στο σπίτι....

Εγω τελειωσα το δημοτικό το 1948...

Απόγευμα 28ης Οκτώβρη

Δυο  εικόνες απο την 28η Οκτωβρη απο το μπαλκόνι μου.