Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ -(Μάγδα)

Η γκαρσονιέρα της Μάγδας είναι ποτισμένη με κόκκινο χρώμα.Όλα εκεί μέσα είναι κόκκινα.Φώτα,καναπέδες,τοίχοι.Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είναι όλα κόκκινα.Εμένα μου αρέσει το χρώμα .Είναι ένα περίεργο σπίτι και κάθε φορά που πρέπει να πάω εκεί ,χαίρομαι γιατί απ τη μισάνοιχτη εξώπορτα βλέπω αυτή την κόκκινη απόχρωση την οποία δεν έχει κανένα άλλο σπίτι απ όσα έχω δει μέχρι τώρα.Κ είναι και μια φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας στο τοίχο,που απο τη θέση που στέκομαι μπορώ να δω μόνο το ένα της μάτι κα το ένα της στήθος με τη ρόγα σα σταφύλι.Πως να ναι άραγε ολόκληρη η φωτογραφία?Δεν μπορω να δω,προσπαθώ αλλα δε μπορώ...
Δεν είναι όμως ,μόνο το χρώμα που με γοητεύει.Ουτε η φωτογραφία στον τοίχο.Είναι και η ζεστασιά του χώρου.Η αλήθεια βέβαια είναι πως όλα τα διαμερίσματα του υπογείου τον Χειμώνα ,είναι πολύ ζεστά μιας και είναι δίπλα στον καυστήρα του πετρελαίου.Η συγκεκριμένη ζεστασιά όμως έχει ενα ελαφρύ και ιδιαίτερο αρωματισμό.Κάτι που με χτυπάει μαλακά σ ενα σημείο κάτω απο τη κοιλιά και μ ανακατεύει μ ενα τελειώς άγνωστο τρόπο.
Κ είναι και η Μάγδα.Στα 25 της .Ζει μόνη ντης.Μάλλον κοντή,ξανθό κοντό μαλλί, λεπτά κόκκινα χείλια ,μεγάλα καστανά μάτια ,στρογγυλα βυζιά ,λεπτά πόδια ,γεμάτη καμπύλες.K είναι κάτι να τη ρωτήσω και δεν ξέρω την ερώτηση.Κ ειναι κατι που θέλω να δω ακόμα και θα αναγνωρίσω τι ακριβώς, όταν το δω,αλλα δεν φαίνεται απο τη μισάνοιχτη πόρτα.Κ ειναι που είναι το μοναδικό διαμέρισμα που νομίζω πως δεν είναι τα τετραγωνικά του μόνο,αλλά κρύβει ολόκληρους κόσμους και δεν ξέρω πως να το πω και που και πως.Κ είναι πως το κουδούνι της χτυπάει συνέχεια και κάποιοι μπρεδεύουν το δικό της με το δικό μας,και έτσι οταν χτυπάει μέσα στη νύχτα το κουδούνι και έξω οι μπάτσοι δεν κυνηγάνε κόσμο,τότε κάποιος θέλει να μπει στο σπίτι της Μάγδας.Αγνωστο γιατί.Κοιμάμαι κάνοντας υποθέσεις.Πλάθοντας ιστορίες.Η Μάγδα είναι πολυ αγαπητή σε πολλούς.Την Μάγδα τη ζητάνε πολλοί.Τη ζητάω κ εγώ.Για να πληρώσει τα κοινόχρηστα.Και με υποδέχεται φορώντας ενα κοντό νυχτικό,λεγοντάς μου"καλώς τον Γιωργάκη,περίμενε".Και γω περιμένω .Ακόμα......
Κάποτε η Μάγδα σταματά να ζει μόνη της.Τα κουδούνια σταματούν να χτυπάνε.Ενας κάποιος μένει μαζί της.Ενα ζώο με μεγάλη κοιλιά και μουστάκι.Το ζώο πεινάει,το ζώο βρίζει,το ζώο ζει στο υπόγειο.Δε θέλω να πηγαίνω σπίτι της για τα κοινόχρηστα πλέον.Η Μάγδα θα φύγει μια μέρα.Η ιδοκτήτρια γκρινιάζει για το χρώμα.Τώρα μπορώ να περπατήσω στα λίγα τετραγωνικά του σπιτιού.Οι κόσμοι που ήμουν σίγουρος πως έκρυβε το σπιτι ,εφυγαν μαζί με τη Μάγδα.Βρίσκω υπολείμματα απ το άρωμα στους τοίχους,ειδικά εκει που ήταν η φωτογραφία.Τώρα πια ξέρω πως απ αυτή τη φωτογραφία έβγαινε αυτό το άρωμα.Από τότε ψάχνω να το ξαναβρώ.Δε βρήκα ποτέ μου το ίδιο...
Την ξαναβλέπω τυχαία μετά από χρόνια.Παχιά.Κουρασμένη.Σπασμένη στο πρόσωπο.Μου χαμογελάει.Με λέει ακόμα Γιωργάκη.Ξέρω πια όλα όσα ήθελα να τη ρωτήσω ,μα κάτι μέσα μου ανακατεύεται ακόμα σαν απαίτηση τόσο ξεχωριστή και ιδιαίτερη που κάνει όλες μου τις γνώσεις άχρηστες.Δε θα της πω τίποτα.Θα τη δω να φεύγει για να μη την ξαναδώ ποτέ πια...
Η Μάγδα.....
Μου λείπει τόσο...
Δε θα το μάθει ποτέ....

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Ιστορίες από το Υπόγειο(Ο γέρος -κατσαρίδα)

Ότι πίστευα πραγματικά, για αυτόν τον γέρο, ήταν πως κάποτε ήταν μια …κατσαρίδα. Μια κατσαρίδα, που θέλησε πολύ να γίνει άνθρωπος. Ήταν το πιο παράξενο αίτημα που είχε ποτέ της μια κατσαρίδα. Και ο Θεός, για τους δικούς του ,ανεξιχνίαστους- πάντα- λόγους, το έκανε δεκτό. Πότε ακριβώς έγινε αυτό και σε ποια ηλικία ήταν τότε η κατσαρίδα αυτή, δεν έχω ιδέα .Πρέπει να ήταν πάρα πολύ παλιά. Πολύ παλιά όμως…
Είχα λόγους που το πίστευα αυτό.
Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν η πραγματική του ηλικία. Κυκλοφορούσαν μονάχα υποθέσεις. Άλλος έλεγε 80,άλλος 90 ,όλοι όμως συμφωνούσαν ,όταν μιλούσαν γι ‘αυτόν στο να μην τον λένε με το όνομά του. Μεταξύ τους ,έλεγαν πάντα «ο γέρος». Το πως τον λέγανε ,έμοιαζε να μην έχει αξία. Τον ίδιο πάντως τον έλεγαν Κώστα.
Ζούσε στο Υπόγειο. Μόνος. Κανείς δεν τον επισκέφτηκε ποτέ ,κανείς δεν τον είδε με κάποιον άλλο στον δρόμο. Το σπίτι του το είχε αγοράσει. Μια συνηθισμένη γκαρσονιέρα μ ένα δωμάτιο μικρό, μικρό και στενό χώλ, κουζίνα μικρή ,μικρό μπάνιο. Όλα μικρά. Φως δεν έμπαινε ποτέ μέσα. Ζούσε κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Λίγο που είχα δει μια μέρα από τη μισάνοιχτη εξώπορτα, ήταν πως εκεί ζούσε το πραγματικό χάος. Έπιπλα, τραπέζια, σακούλες, βιβλία, τροφές το ένα πάνω στο άλλο.
Ο ίδιος δεν μιλούσε πάρα πολύ σπάνια. Η φωνή του ήταν η πιο άθλια φωνή που έχω ακούσει ποτέ. Ένας ήχος σαν σιριγμός, που δεν καταλάβαινες ευκρινώς τα φωνήεντα και τα σύμφωνα ,άλλα καταλάβαινες τι έλεγε. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω πως γινόταν αυτό. Δεν θυμάμαι ποτέ πως πρόφερε μια λέξη .Θυμάμαι ότι καταλάβαινα το νόημα της λέξης κ ΄έτσι καταλάβαινα τι ήθελε να πει. Όπως εγώ έτσι και οι υπόλοιποι. Αλλά κανείς μας ποτέ δε σχολίασε αυτό τα πράγμα. Το «δεχόμασταν» σαν κάτι που θα θέλαμε να κουτσομπολέψουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το κάνουμε. Το «γιατί» …άγνωστο.
Όταν όλοι όσοι ζούσαν στο Υπόγειο, είχαν πεθάνει ,αυτός είχε τα ίδια χαρακτηριστικά και ο χρόνος έμοιαζε να μην τον ακουμπάει. Ψηλός, με καμπούρα. Γουρλωτά υγρά μάτια. Σε κοίταζαν και ένιωθες πως αυτός ο γέρος ήξερε τα πάντα για σένα .Ακόμα και αυτά που εσύ δεν είχες πάρει χαμπάρι και σ αφορούσαν .Μύτη κ αυτιά με τρίχες .Είχες την ακλόνητη αίσθηση της σιγουριάς ,ότι μύριζε τα πάντα, και άκουγε τα πάντα. Στόμα αηδιαστικό ,πάντα με σάλια στην άκρη των χειλιών του ,φανταζόσουνα την τροφή που έτρωγε και ήθελες να κάνεις εμετό. Δόντια κατακίτρινα. Τα χέρια του ήταν γεμάτα τρίχες ,μαύρες αδύνατες τρίχες. Τα δάχτυλά του λεπτά και μακριά. Φορούσε πάντα μα πάντα τα ίδια ρούχα. Ένα μπεζ υφασμάτινο παντελόνι ένα λευκό πουκάμισο που με τον καιρό είχε γίνει κρέμ και μια ζώνη που την έδενε ω από το ύψος του αφαλού του, κοντά στο στομάχι. Η εικόνα του ήταν τόσο αποκαρδιωτική. Κ όμως ποτέ κανείς δεν τον πλησίασε, δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει κάτι γι αυτόν. Λες και όλοι μας υπακούαμε σε μια άγνωστη διαταγή που μας ήταν γνωστή, από κάπου», από «κάποτε» ,από «κάπως» και εμείς δεν την εξετάζαμε ποτέ. Απλώς υπακούαμε…
Τον είδα πριν δυο μήνες. Ζούσε ακόμα. Τον είδα στο δρόμο να βαδίζει κυρτός, με την καμπούρα του . Δεν ξέρω γιατί το κανα. Τρέχοντας μπήκα στο ζαχαροπλαστείο και αγόρασα ένα ζαχαρωτό. Πήγα και του το έδωσα χωρίς να του μιλήσω .Με κοίταξε . Κατάλαβα πως μ αναγνώρισε. Κοίταξε το ζαχαρωτό και μου είπε μ εκείνη την ακατάληπτη φωνή του, την γεμάτη σιριγμό ..: “Εσύ είσαι λοιπόν .Πέτα το στο δρόμο και φύγε. Θα έρθω μόνος μου όταν θα έρθει η ώρα.» Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Έκανα όμως ότι μου είπε νιώθοντας ένα πόνο στη ψυχή μου, τόσο παράξενο που με κράτησε ξάγρυπνο για πολλά βράδια .
Το χα ξεχάσει και σαν γεγονός. Μέχρι χτες το βράδυ. Όταν ζαλισμένος απ τα τσιγάρα και το ποτό δε μπορούσα να πιστέψω πως διάολο βρέθηκε μια τεράστια κατσαρίδα στην οθόνη του υπολογιστή μου. Δεν τρόμαξα καθόλου. Μου έκανε τόσο εντύπωση που την κοίταζα κάμποσο και δε σας κρύβω αναρωτιόμουνα για την απόφασή μου να πιώ τόσα τσιγάρα και τόσο αλκοόλ. Είπα, θυμάμαι…”δε πάει άλλο…μέχρις εδώ…θα τα κόψω όλα!! Δεν υπάρχουν τόσο μεγάλες κατσαρίδες. Έχω δει μεγάλες κατσαρίδες. Μαύρες .Ξέρω πως είναι. Είναι άθλιες. Είναι σιχαμένες. Αλλά όχι ,δεν είναι έτσι…δεν είναι σαν αυτή. “Kαι μόνο όταν άνοιξε κάτι τεράστια φτερά και προσγειώθηκε στα πόδια μου ,τότε μόνο συνήρθα. Και τρόμαξα. Και την έλιωσα με το παπούτσι μου.
Την έλιωσα κυριολεκτικά…..

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Καταιγίδες στην Αθήνα( Βιντεο)

 Διαδοχικές καταιγίδες  απο  νωρίς  το  μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα στην Αθήνα.  Φωτογραφίες και  βίντεο  απο   τον  Λυκαβητό.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ  και VIDEO  FRAMES








































ΒΙΝΤΕΟ

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Το καλοκαίρι με τις ρέγγες

Ηταν ενα γαμάτο καλοκαίρι που είχαν μαζευτεί όλες οι ρέγγες της θάλασσας και με κλαιγανε.Μοιριολόι κανονικό.Αυτες με κλάιγανε και γω τους κούναγα την εφημερίδα κ εναν αναπτήρα ,σε φάση" γελατε ,αλλα αμα σας πιασω θα σας κανω καπνιστες".Οι ρέγγες με γραφανε στο μουνι τους ,συνέχιζαν να με κλαινε και γω εστριβα τσιγαρα με την εφημερίδα και έλιωνα...
Απο νωρίς απ τα μεσα της Ανοιξης κιολας,όλα μέσα στο κεφάλι μου είχαν ξεραθεί.Οταν σκεφτόμουνα τον εγκεφαλό μου ,εβλεπα ενα λιβάδι με στάχυα μεστωμένα να γέρνουν άλλοτε απαλα κ άλλοτε έντονα ,υποκλινόμενα σ εναν καυτό άνεμο.Στο τέλος του λιβαδιού έβλεπα μια μεγάλη έκταση με άμμο ,που έκανε ενα πολυ αρμονικο fade in σε μια δαντελωτή ακρογιαλιά με γαλαζοπράσινα νερά.Μεσα σ αυτά τα νερά ,εκτός απο τις ρέγγες που με κλαίγανε ,ζούσε μια γοργόνα. Ενα θεικο πλασμα που σαν την εβλεπα ,εμενα αυτο που λεμε "μαλακας".Η ομορφια της με μαγευε .Ολα πανω της ηταν για μενα κατι παραπανω απο υπεροχα.Αυτη η γοργόνα κυλουσε στ αυλάκια του μυαλού μου,και την έκανε για τον εξω κόσμο ,μεσα απο τη μύτη μου ,τ αυτια μου και το στόμα μου.
Οταν εφευγε ,εγώ ήμουνα του θανατά.Μέχρι να ξαναγυρίσει ,έχτιζα πυργάκια στην ακρογιαλια και για τις ανάγκες του χτισίματος,εμφανιζοταν ενα παιδακι που επαιζε στην ακρογιαλια μόνο του ,ακουγοντας σκυλαδικα.Πηγαινα λοιπον και έκλεβα απο το παιδάκι το πλαστικο φτυαρακι και το κουβαδακι του.Αυτο συνεχιζε να κλαιει και χορευε ζειμπεικές,για τη αδικία που του γινε, πινοντας το γαλα του και γω εντωμεταξυ εχτιζα πυργους ,περιμενοντας τη γοργονα να ξαναγυρίσει.
Γενικα ,οπως γινεται ευκολα αντιληπτο,δεν ειχα πολλές ελπίδες εκέινο το καλοκαίρι.Αλλα απο την άλλη,η γνωση οτι δεν θα ξαναζήσω άλλο καλοκαίρι,μ έκανε και τρελαινόμουν πιο πολύ.Είχα μπροστά μου βαριά τρεις μήνες ,για να...α) χτίσω μια μεγάλη πολιτεία στην άμμο,τοσο σταθερη και μεγαλη που να μη γκρεμιστει ουτε τον χειμωνα...β)να καταφερω να ζευγαρώσω με τη γοργονα ,γ)να φαω καπνιστες τις ρέγγες που με κλαιγανε πριν την ωρα μου. .
Εντωμεταξύ ,η Ελλαδα γυρω μου κατέρρεε καθε μερα ολο και πιο πολύ.Ηταν ενα γαμάτο καλοκαίρι.Πως τέλειωσε? Που να ξερω.Θα σας πω το Φθινόπωρο...

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

“Αναφορά ημέρας 15 Ιούνη”


ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
θΑ ερθει πολυ ζέστη.
ΘΑ παμε για μπανιο.
ΘΑ ερθουν καλυτερες μερες.
ΘΑ βγούμε απο την κρίση
Ολα ΘΑ πανε καλα.
ΘΑ περάσει κ αυτό.
ΘΑ βαλεις τα μεταξωτα και ΘΑ φυσαει.
ΘΑ τα ξαναπουμε.
Θα σ αγαπω πάντα.
ΘΑ σε μισω επισης παντα.
θΑ σε περιμενω ,(καλα αυτο,εννοειται!!!)
Τελος,δε ΘΑ πεθανουμε ποτε κουφαλα νεκροφαθτη.
ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ
Πατησε τα τριαντα plus και ωριμασε .Στέκεται εκεί ώριμη και απειλει: "το μουνί μου ειναι πο καυτο ,απο τη μολοτωφ σου".Κόκκαλο ο εξεγερμενος.Την κάνει για Γαυδο να γλιτωσει ..Αδειαζουν τα Εξάρχεια...τα οποια ουδεποτε ηταν περιοχη αλλα κατάσταση μυαλού.
ΑΝΕΜΟΙ
Ρουμπα ,το βασικο.Τετραγωνο.Μια δυτικοι μια ανατολικοι,μια βορειοι μια νοτιοι.Στροφη αριστερα στροφη δεξια,cross over, Pull over,take over ,game over.Απλα ομορφα νοικοκυρεμενα.
ΣΧΟΛΙΑ
1.Συγκεντρωση σημερα και επιθετικη η σταση των #παραιτηθειτε.Αγνωστη η σταση των #γαμηθειτε.Σε μπρούμητη σταση οι # πινιγειτε.
2.Αν εφτιαχνα καφεδες ,θα ειχα βαψει τα χερια μου με αιμα.Ακομα και γω με τσαντιζω οταν πρεπει να πω καθε φορα"εναν ντεκαφεινε επρεσο φρεντο ,μετριο,με μαυρη,αφρογαλα και κανελα “ !!!

Στα ίδια χρώματα...

Αυγή στην Αθήνα και δύση.Στον ίδιο χρωματισμό.Υπηρχαν στιγμές στη μέρα που θύμιζαν λίγο φθινόπωρο. Αυγή